Βραχιονοπλαστική

Βραχιονοπλαστική

Με τη βραχιονοπλαστική γίνεται η αντιμετώπιση του προβλήματος της χαλάρωσης των βραχιόνων. Η κατάσταση αυτή προέρχεται συνήθως με την πρόοδο της ηλικίας αλλά και μετά από μεγάλη απώλεια βάρους και προκαλεί τόσο αισθητικά όσο και λειτουργικά προβλήματα. Δεν είναι ασυνήθιστο οι ασθενείς με χαλαρό δέρμα στους βραχίονες να έχουν επίσης και ραγάδες, οι οποίες, φυσικά, αφαιρούνται και αυτές με την εκτομή της περίσσειας του δέρματος.

Η επέμβαση
Με τη βραχιονοπλαστική αφαιρούμε το περίσσιο δέρμα και το υποδόριο λίπος από τα μπράτσα. Η τομή γίνεται στην εσωτερική επιφάνεια των βραχιόνων και η σύγκλειση του τραύματος επιτυγχάνεται με εσωτερικά απορροφήσιμα ράμματα. Η επέμβαση διαρκεί περίπου δύο ώρες και γίνεται υπό γενική ή τοπική αναισθησία, ανάλογα με την έκταση του προβλήματος.

Η ανάρρωση μετά τη βραχιονοπλαστική
Παραμονή στην κλινική δεν είναι συνήθως απαραίτητη. Ο ασθενής επιστρέφει στην εργασία του σε 3-4 ημέρες ενώ η έντονη χειρωνακτική εργασία επιτρέπεται μετά από 2-3 εβδομάδες. Υπάρχουν οιδήματα και μώλωπες για μερικές μέρες που σταδιακά υποχωρούν. Η χρήση ειδικού ελαστικού ενδύματος για ένα μήνα μετά τη βραχιονοπλαστική βοηθάει στην καλύτερη και γρηγορότερη επούλωση. Οι ουλές βρίσκονται στην εσωτερική επιφάνεια των βραχιόνων, είναι λεπτές και επιμήκεις και η εμφάνισή τους βελτιώνεται σημαντικά με το χρόνο.

Χρειάζεται λιποαναρρόφηση ταυτόχρονα με τη βραχιονοπλαστική;
Όταν συνυπάρχει περίσσεια λίπους και δέρματος, η βραχιονοπλαστική μπορεί να συνδυαστεί και με λιποαναρρόφηση για βελτίωση του αισθητικού αποτελέσματος. Κατά την κλινική εξέταση, ο πλαστικός χειρουργός αξιολογεί και ενημερώνει για όλες τις δυνατότητες χειρουργικής παρέμβασης έτσι ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αισθητικό αποτέλεσμα. 

Πιθανές επιπλοκές μετά από βραχιονοπλαστική
Οι πιθανές επιπλοκές μετά την επέμβαση της βραχιονοπλαστικής περιλαμβάνουν το αιμάτωμα, το ύγρωμα, τη διάσπαση του τραύματος και την υπαισθησία της περιοχής. Επίσης, μπορεί να συμβούν και επιπλοκές της επούλωσης όπως εμφανής και υπερτοφική ουλή ή χηλοειδές.